06. Ερχονται τα πουλια

Όλα ήταν πέταγμα στη γη μας.
Σταγόνες αίμα και φτερό
οι καρδερίνες, αφαίμαζαν
τη χαραυγή του Ανάγουακ.
Το τουκάν, αξιολάτρευτο ήταν κουτί
με καλογυαλισμένα φρούτα.
Το κολιμπρί διαιώνιζε τα πρωτεϊκά
σπιθοβολήματα της αστραπής
κι οι μικρές πυρκαγιές του
φουντώναν στον ασάλευτο αγέρα.

Οι λαμπερόχρωμοι παπαγάλοι πλημμύριζαν
τα βάθη των φυλλωμάτων
σα λάμες από πράσινο χρυσάφι
φρεσκοβγαλμένο απ’ τον πολτό
του αποπνιχτικού βάλτου,
και μες από τα μάτια τους τα κυκλικά
ένας κίτρινος κοίταζε κύκλος
παλιός όσο τα ορυχτά.
Όλοι οι αϊτοί τα’ ουρανού
σιτίζαν το ματωμένο σόι τους
στο ακατοίκητο γαλάζιο,
και με τα σαρκοβόρα του φτερά
πέταγε πάνω από τον κόσμο
ο κόντωρ, ο βασιλιάς δολοφόνος,
καλόγερος ερημικός των ουρανών,
του χιονιού μαύρο χαϊμαλί,
λαίλαπα σε γερακιού φωλιά.
Το ορνέρο, με την επιδέξια μηχανική του
έφτιαχνε από λάσπη ευωδιαστή
μικρά εύηχα θέατρα
όπου εμφανιζόταν τραγουδώντας.
Το αταχακαμίνος πέρναγε
μπήζοντας την υγρή κρωξιά του,
στον όχθο της υπόγειας πηγής.
Η αραουκάνικη τρυγόνα έχτιζε
τραχιές φωλιές στους αγριόβατους
κι εκεί απίθωνε το δώρο το βασιλικό
των πιτσιλωτών αυγών της.
Η λόικα του Νότου, μυρωμένη,
γλυκιά φθινοπωρινή ξυλουργός,
καμάρωνε το έναστρο στήθος της
πλουμισμένο με πορφυρούς αστερισμούς,
κι ο ανταρκτικός τσινγκόλο ανασήκωνε
τη φλογέρα του που μόλις περιμάζεψε
απ’ την αιωνιότητα των νερών.
Και το φλαμένκο, υγρό νούφαρο,
άνοιγε τις ρόδινες
καθεδρικές του πύλες,
και φτερούγιζε σαν την αυγή
πέρ’ απ’ το δάσος το πνιχτό,
όπου κρέμονται τα πολύτιμα πετράδια
του κετσάλ, που άξαφνα ξυπνάει,
αναδεύει, ξεγλιστράει και σκάει τη λάμψη του
ταξιδεύοντας στα ύψη την παρθένα του φλόγα.
Φτερουγίζει ένα βουνό πελαγίσιο
κατά τα νησιά, ένα φεγγάρι πουλιά
που οδεύουνε κατά το Νότο,
πάνω στα λιπασματικά νησιά
του Περού.
Είναι ένα ζωντανό ποτάμι από σκιά,
είναι κομήτης απροσμέτρητες
μικρές καρδιές,
που τον ήλιο σκοτεινιάζουν του κόσμου,
ένα αστέρι με ουρά δασιά
που αρμενίζει κατά το αρχιπέλαγος.
Και στο τέρμα του οργισμένου
πελάγου, στη βροχή του ωκεανού
προβάλλουν τα φτερά του άλμπατρος,
δίδυμα συστήματα αλατιού,
και εγκαθιδρύουν στη σιωπή,
σε χειμαρρώδεις μέσα τρικυμίες,
με την αυστηρή ιεραρχία τους                                                                                                       την τάξη των μοναξιών.

 

~

 

6. Vienen los pajaros

Todo era vuelo en nuestra tierra.
Como gotas de sangre y plumas
los cardenales desangraban
el amanecer de Anáhuac.
El tucán era una adorable
caja de frutas barnizadas,
el colibrí guardó las chispas
originales del relámpago
y sus minúsculas hogueras
ardían en el aire inmóvil.
Los ilustres loros llenaban
la profundidad del follaje
como lingotes de oro verde
recién salidos de la pasta
de los pantanos sumergidos
y de sus ojos circulares
miraban una argolla amarilla,
vieja como los minerales.
Todas las águilas del cielo
nutrían su estirpe sangrienta
en el azul inhabitado,
y sobre las plumas carnívoras
volaba encima del mundo
el cóndor, rey asesino,
fraile solitario del cielo,
talismán negro de la nieve,
huracán de la cetrería.
La ingeniería del hornero
hacia del barro fragante
pequeños teatros sonoros
donde aparecía cantando.
El atajacaminos iba
dando su grito humedecido
a la orilla de los cenotes.
La torcaza araucana
hacía ásperos nidos matorrales
donde dejaba el real regalo
de sus huevos empavonados.
La Loica del Sur, fragante,
dulce carpintera de otoño,
mostraba su pecho estrellado
de constelación escarlata,
y el austral chingolo elevaba
su flauta recién recogida
de la eternidad del agua.
Más, húmedo como un nenúfar,
el flamenco abría sus puertas
de sonrosada catedral,
y volaba como la aurora,
lejos del bosque bochornoso
donde cuelga la pedrería
del quetzal, que de pronto despierta,
se mueve, resbala y fulgura
y hace volar su brasa virgen.
Vuela una montaña marina
hacia las islas, una luna
de aves que van hacia el Sur,
sobre las islas fermentadas del Perú.
Es un río vivo de sombra,
es un cometa de pequeños
corazones innumerables
que oscurecen el sol del mundo
como un astro de cola espesa
palpitando hacia el archipiélago.
Y en final del iracundo mar,
en la lluvia del océano
surgen las alas del albatros
como dos sistemas de sal
estableciendo en el silencio
entre las rachas torrenciales,
con su espaciosa jerarquía
el orden de las soledades.

.