07. Ο Σαντινο

Συνέβη τότε που
θάφτηκαν
σε δικά μας χώματα που ρήμαξαν,
ανάπηροι, επαγγελματικοί, οι σταυροί.
Έφτασε το δολλάριο με δόντια επιθετικά
να δαγκάσει γη,
στον ποιμενικό λαιμό της Αμερικής.
Άρπαξε τον Παναμά μ’ άγρια σαγόνια,
έμπηξε στην αφράτη γη τα καπρόδοντά του,
ανατάραξε στο βόρβορο ουίσκυ κι αίμα
κι όρκισε έναν Πρόεδρο με ρεντικότα:
“Έσεται μεθ’ ημών η δωροδοκία
η επιούσιος.”
Ύστερα ήρθε ο χάλυβας,
και το κανάλι διαίρεσε τις κατοικίες:
από δω οι αφέντες, από κει οι υπηρέτες.
Τρέξανε κατά τη Νικαράγουα.
Κατέβηκαν ντυμένοι στ’ άσπρα,
ρίχνοντας δολλάρια και πιστολιές.
Εκεί όμως σηκώθηκε ένας καπετάνιος
που είπε: “Όχι, δε θα φέρεις
εδώ τις λιτανείες σου και τις μποτίλιες σου.”
Του υποσχέθηκαν ένα πορτραίτο
Προέδρου με γάντια,
με ταινία στο στήθος και γόβες
από ολοκαίνουριο λουστρίνι.
Ο Σαντίνο πέταξε τις μπότες του,
βουτήχτηκε στους πηχτούς βάλτους,
τυλίχτηκε γύρω του τη νοτισμένη ταινία
της λευτεριάς μέσα στη σέλβα,
και σφαίρα τη σφαίρα αποκρίθηκε
στους “εκπολιτιστές”.
Η βορειοαμερικάνικη λύσσα
στάθηκε ανείπωτη: κατατοπισμένοι
πρεσβευτές έπεισαν
τον κοσμάκη πως η Νικαράγουα ήταν
η αγάπη τους, πως κάποτε
έπρεπε να μπει στα νυσταλέα
σπλάχνα της ο νόμος και η τάξη.
Ο Σαντίνο κρέμασε τους παρείσαχτους…