11. Αμορ Αμερικα

Πριν από την περούκα και την καζάκα
ήταν τα ποτάμια, ποτάμια αρτηριακά,
ήταν οι οροσειρές που πάνω στο φαγωμένο κύμα τους
ο κόντωρ και το χιόνι μοιάζαν ασάλευτα,
ήταν η υγράδα και η λόχμη, ο κεραυνός,
δίχως όνομα ακόμη, οι πάμπες οι πλανητικές.
Ο άνθρωπος γη ήτανε, στάμνα, βλέφαρο
τρεμουλιαστού πηλού, μορφή του άργιλου,
ήταν κανάτι καρίβε, πέτρα τσίμπτσα
κούπα ιμπεριάλ ή πυρίτης αραουκάνικος.
Τρυφερός και ματωμένος ήταν, αλλά στου όπλου του
τη λαβή από υγρό κρύσταλλο
τ’ αρχικά της γης ήταν
γραμμένα.
Κανείς δεν μπόρεσε
ύστερα να τα θυμηθεί: ο άνεμος
τα λησμόνησε, η γλώσσα του νερού
θάφτηκε, οι κώδικες χάθηκαν
ή πνιγήκανε στο αίμα ή στη σιωπή.
Η ζωή δε χάθηκε, βοσκαδέρφια.
Μα σαν άγριο τριαντάφυλλο
έπεσε μια πορφυρή σταλαγματιά στη λόχμη,
και σβήστηκε ένα φωτιστικό της γης.
Εγώ είμαι εδώ για να πω την ιστορία.
Απ’ την ειρήνη του βουβαλιού
ως τις μαστιγωμένες αμμουδιές της τελικής γης
ως εκεί που στοιβάχτηκαν
όλοι οι αφροί, στο φως το ανταρκτικό,
και στις σπηλιές των γκρεμνών
της ζοφερής βενεζολάνικης ειρήνης
σ΄ αναζήτησα, πατέρα μου,
νεαρέ πολεμιστή από χαλκό και καταχνιά,
κι εσένα, γαμήλιο φυτό, αδάμαστη χαίτη,
μάνα του κροκόδειλου, μεταλλική περιστέρα.
Εγώ, Ινκαϊκός του κόκκινου άργιλου
άγγιξα την πέτρα και είπα:
Ποιος
με περιμένει; Κι έσφιξα το χέρι μου
πάνω σε μια χουφτιά κούφιο κρύσταλλο.
Μα πήγα μες απ’ τα λουλούδια του σαπότε
κι ήταν το φως γλυκό σαν ελαφάκι,
κι ήταν ίδιο πράσινο βλέφαρο η σκιά.
Γη μου χωρίς όνομα, χωρίς Αμερική,
στημόνι ισημερινό, δόρυ άλικο,
το άρωμά σου σκαρφάλωσε πάνω μου απ’ τις ρίζες
ως το ποτήρι που ’πινα , ως την παραμικρή
λέξη, αγέννητη ακόμα, στο στόμα μου

 

 

11. Amor América

Antes de la peluca y la casaca
fueron los ríos, ríos arteriales,
fueron las cordilleras, en cuya onda raída
el cóndor o la nieve parecían inmóviles:
fue la humedad y la espesura, el trueno
sin nombre todavía, las pampas planetarias.
El hombre tierra fue, vasija, parpado
del barro trémulo, forma de la arcilla,
fue cántaro caribe, piedra chibcha,
copa imperial o sílice araucana.
Tierno y sangriento fue, pero en la empuñadura
de su arma de cristal humedecido,
las iniciales de la tierra estaban escritas.
Nadie pudo recordarlas después: el viento
las olvido, el idioma del agua
fue enterrado, las claves se perdieron
o se inundaron de silencio o sangre.

No se perdió la vida, hermanos pastorales.
Pero como una rosa salvaje
cayo una gota roja en la espesura
y se apago una lámpara de tierra.
Yo estoy aquí para contar la historia.
Desde la paz del bufalo
hasta las azotadas arenas
de la tierra final, en las espumas
acumuladas de la luz antártica,
y por las madrigueras despeñadas
de la sombría paz venezolana,
te busque, padre mío,
joven guerrero de tiniebla y cobre
o tu, planta nupcial, cabellera indomable,
madre caimán, metálica paloma.

Yo, incásico del légamo,
toque la piedra y dije:
Quien me espera? Y apreté la mano
sobre un puñado de cristal vacío.
Pero anduve entre flores zapotecas
y dulce era la luz como un venado,
y era la sombra como un parpado verde.
Tierra mía sin nombre, sin América,
estambre equinoccial, lanza de púrpura,
tu aroma me trepo por las raíces
hasta la copa que bebía, hasta la más delgada
palabra aun no nacida de mi boca.