12. Στον Εμιλιανο Ζαπατα

Σαν πληθύναν οι συφορές
πάνω στη γη κι οι ερημικές ξεραγκαθιές
απόμειναν της αγροτιάς μοναδική κληρονομιά
κι απαράλλαχτα σαν πρώτα οι αρπαχτικές
μεγαλόπρεπες γενειάδες, και τα μαστίγια,
τότε, ανθός και φωτιά μανιάσανε…
Μπεκρούλα, φεύγω
στην πρωτεύουσα πάω…
Τότε ο Ζαπάτα έγινε γη και αυγή.
Ξεφύτρωσε σ’ ολόκληρο τον ορίζοντα
το πλήθος της αρματωμένης σποράς του.
Σε μιαν επίθεση σε νερά και σύνορα
Η σιδεροπηγή της Κοαγουίλα
Και τ’ αστρικά λιθάρια της Σονόρα,
όλα σμίξανε στο βήμα του το πρωτοπόρο,
στον καμπίσιο από αλογοπέταλα καταρράχτη του.

…πως απ’ το ράντσο αν φύγει
γρήγορα θα ‘ρθει πίσω…
…κορδελίτσες για τα μαλλάκια σου
μην κλαις τον Πάντσο σου…
…Μπεκρούλα, φεύγω
για να σε ξεχάσω…
Ζητάμε πατρίδα για τον ταπεινωμένο.
Το μαχαίρι σου διαιρεί την πατρική κληρονομιά
και οι ντουφεκιές και τα άτια κάνουνε
τα βασανιστήρια και τα γένια του μπόγια να τρέμουν.
Η γη μοιράζεται με το δίκανο.
Αγρότη που σε τρώει το χώμα μην περιμένεις
απ’ τον ιδρώτα σου το άπλερο φως,
ούτε το στρέμμα τ’ ουρανού σου να στο φέρουνε
μπρος στα πόδια σου.
Πετάξου απάνω και κάλπασε με τον Ζαπάτα.
Μεξικό, παράξενη γεωργία, αγαπημένο
χώμα, μοιρασμένο στους μελαμψούς:
απ’ τις λόγχες του καλαμποκιού ξεπετάχτηκαν
στον ήλιο οι ιδρωμένοι κένταυροί σου.
Απ’ το χιόνι του Νότου έρχομαι να σε τραγουδήσω.
Άσε με να καλπάσω μες στη μοίρα σου,
να πνιγώ στο μπαρούτι και στ’ αλέτρια.
…Κι αν είναι να κλαις
γιατί να ξαναρθείς…

 

~

 

12. Emiliano Zapata

Cuando arreciaron los dolores
en la tierra, y los espinares desolados
fueron la herencia de los campesinos,
y como antaño, las rapaces
barbas ceremoniales, y los látigos,
entonces, flor y fuego galopado.

«Borrachita me voy
hacia la capital…»

se encabritó en el alba transitoria
la tierra sacudida de cuchillos,
el peón de sus amargas madrigueras
cayó como un elote desgranado
sobre la soledad vertiginosa.

«a perdirle al patrón
que me mandó llamar»

Zapata entonces fue tierra y aurora.
la multitud de su semilla armada.
En un ataque de aguas y fronteras
el férreo manantial de Coahuila,
las estelares piedras de Sonora:
todo vino a su paso adelantado,
a su agraria tormenta de herraduras.

«que si se va del rancho
muy pronto volverá»

Reparte el pan, la tierra:
te acompaño.
Yo renuncio a mis párpados celestes.
Yo, Zapata, e voy con el rocio
de las caballerias matutinas,
en un disparo desde los nopales
hasta las casas de pared rosada.

«… cintitas pa tu pelo
no llores por tu Pancho…»

La luna duerme sobre las monturas.
La muerte amontonada y repartida
yace con los soldados de Zapata
El sueño esconde bajo los baluartes
de la pesada noche su destino,
su incubadora sábana sombria.
La hoguera agrupa el aire desvelado:
grasa, sudor y pólvora nocturna.

«…Borrachita me voy
para olvidarte…»

Pedimos patria para el humillado.
Tu cuchillo divide el patrimonio
y tiros y corceles amedrentan
los castigos, la barba del verdugo.
La tierra se reparte con un rifle.
No esperes, campesino polvoriento,
después de tu sudor la luz completa
y el cielo parcelado en tus rodillas.
Levántate y galopa con Zapata.

«…Yo la quise traer
dijo que no…»

México, huraña agricultura, amada
tierra entre los oscuros repartida:
de las espadas del maiz salieron
al sol tus centuriones sudorosos.
De la nieve del Sur vengo a cantarte
y Ilenarme de pólvora y arados.

«…Que si habrá de Ilorar
pa’ qué volver…»