13. Ξεσηκωμενη Αμερικη

Η γη μας, γη πλατιά, ερημιές,
πλημμύρισε βουητό, μπράτσα, στόματα.
Μια βουβαμένη συλλαβή άναβε λίγο λίγο
συγκρατώντας το παράνομο ρόδο,
ωσότου οι πεδιάδες δονήθηκαν
όλο σίδερο και καλπασμό.
Σκληρή η αλήθεια σαν αλέτρι.
Έσκισε τη γη, θεμέλιωσε τον πόθο,
έπνιξε τις φύτρες της προπαγάνδας τους
και λευτερώθηκε μέσα στη μυστική άνοιξη.
Είχε βουβαθεί το λουλούδι της, είχε κυνηγηθεί
το συναγμένο φως της, είχε χτυπηθεί
το μαζικό της προζύμι, των κρυμμένων
λάβαρων το φιλί,
αυτή όμως ξεπετάχτηκε σκίζοντας τοίχους
αποσπώντας τις φυλακές απ’ τη γη.
Κούπα της έγινε ο σκούρος λαός.
Παράλαβε το εξοστρακισμένο υλικό
το διάδωσε στης θάλασσας τα πέρατα,
το κοπάνισε σ’ αδάμαστα γουδιά
και βγήκε, με χτυπημένες σελίδες
και με την άνοιξη στο δρόμο.
Ώρα χτεσινή, ώρα μεσημεριού,
ώρα σημερινή ξανά, ώρα καρτερεμένη
ανάμεσα στο λεφτό που πέθανε και σ’ αυτό που γεννιέται,
στην αγκαθιασμένη εποχή της ψευτιάς.
Πατρίδα, έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους,
από τέκνα αβάφτιστα, από μαραγκούς,
από κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί
μια σταγόνα αίμα πετούμενο
και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή,
μες από κει που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας
σε πιστεύανε παντοτινά θαμμένη.
Σήμερα, όπως και τότε, θα γεννηθείς απ’ το λαό.
Σήμερα θα βγεις μες απ’ το κάρβουνο και τη δρόσι.
Σήμερα θα καταφέρεις να τραντάξεις τις πόρτες
με χέρια κακοπαθιασμένα, με κομμάτια
ψυχής που περισώθηκε, με δέσμες
από βλέμματα που ο θάνατος δεν έσβησε:
εργαλεία φοβερά
κάτω απ’ τα κουρέλια, έτοιμα για τη μάχη.

 

~

 

13. América Insurrecta

Nuestra tierra, ancha tierra, soledades,
se pobló de rumores, brazos, bocas.
Una callada sílaba iba ardiendo,
congregando la rosa clandestina,
hasta que las praderas trepidaron
cubiertas de metales y galopes.

Fue dura la verdad como un arado.

Rompió la tierra, estableció el deseo,
hundió sus propagandas germinales
y nació en la secreta primavera.
Fue callada su flor, fue rechazada
su reunión de luz, fue combatida
la levadura colectiva, el beso
de las banderas escondidas,
pero surgió rompiendo las paredes,
apartando las cárceles del suelo.
El pueblo oscuro fue su copa,
recibió la substancia rechazada,
la propagó en los límites marítimos,
la machacó en morteros indomables.
Y salió con las páginas golpeadas
y con la primavera en el camino.
Hora de ayer, hora de mediodía,
hora de hoy otra vez, hora esperada
entre el minuto muerto y el que nace,
en la erizada edad de la mentira.

Patria, naciste de los leñadores,
de hijos sin bautizar, de carpinteros,
de los que dieron como un ave extraña
una gota de sangre voladora,
y hoy nacerás de nuevo duramente
desde donde el traidor y el carcelero
te creen para siempre sumergida.

Hoy nacerás del pueblo como entonces.

Hoy saldrás del carbón y del rocío.
Hoy llegarás a sacudir las puertas
con manos maltratadas,con pedazos
de alma sobreviviente, con racimos
de miradas que no extinguió la muerte,
con herramientas hurañas
armadas bajo los harapos.