01. Μερικα ζοντανα

Ήταν το λυκόφως της ιγουάνας.

Απ’ το αψιδωτό λειρί
η γλώσσα της χυνόταν
σαν ακόντιο μες στη βλάστηση·
ο μοναστικός μερμηγκοφάγος πατούσε
τη σέλβα με βάδισμα μελωδικό·
το γουανάκο, ανάερο σαν οξυγόνο,
πήγαινε στα φαιά πλατιά υψώματα
με τις χρυσές του μπότες,
ενώ το λάμα άνοιγε τ’ αθώα του μάτια
μπροστά σ’ ένα κόσμο τρισευγενικό,
γεμάτον δροσοστάλες.
Οι μαϊμούδες πλέκαν το νήμα
του ατελεύτητου ερωτισμού
στα ρείθρα της αυγής,
ρίχνοντας τοίχους από γύρη,
τρομάζοντας του Μούζου τις πεταλούδες
με τα βιολετιά φτερουγίσματα.
Ήταν η νύχτα του καϊμάν,
νύχτα καθάρια, πνιγμένη στα ρύγχη
που πρόβαλαν μες απ’ τη λάσπη,
κι απ’ τα υπναλέα τενάγη
ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες
γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή.
Ο ιαγουάρος άγγιζε τα φύλλα
με τη φωσφορική απουσία του·
τρέχει η πούμα μέσα στα κλαδιά
σαν την καταλυτική φωτιά,
ενώ μέσα της καίνε της σέλβας
τα μάτια τα αλκοολικά.
Οι ασβοί γδέρνουν τα πόδια του ποταμού
κι οσμίζονται τη φωλιά
που μέσα και πάνω στη λαχταριστή λιχουδιά της
θα χιμήξουνε με κόκκινα δόντια.
Και στο βάθος του μείζονος νερού,
ίδιος κύκλος της γης,
σκεπασμένος λάσπη λειτουργική,
θρησκευτικός και αδηφάγος
κείται ο γίγας ανακόντα.

~

Algunas Bestias

Era el crepúsculo de la iguana.

Desde lα arcoirisada crestería
su lengua como un dardo
se hundía en lα verdura,
el hormiguero monacal pisada
con melodioso pνe lα selva,
el guanaco fino como el oxígeno
en las anchas alturas pardas
iba calzando botas de oro,
mientras lα llama abría cαndídos
ojos en lα dalícadeza
del mundo lleno de rocío.
Los monos trenzaban un hilo
interminablemente erótico
en las riberas de lα aurora,
derribando muros de polen
γ espantando el vuelo violeta
de las mariposas de Muzo.
Era lα noche de los caimanes,
lα noche pura γ pululante
de hocicos saliendo del légamo,
y de las ciénagas soñolientas
un ruido opaco de armaduras
volvía al origen terrestre.
El jaguar tocaba las hojas
con su ausencia fosforescente,
el puma corre en el ramaje
como el fuego devorador
mientras arden en él los ojos
alcohólicos de la selva.
Los tejones rascan los pies
del río, husmean el nido
cuya delicia palpitante
atacarán con dientes rojos.

Y en el fondo del agua magna,
como el círculo de la tierra,
está la gigante anaconda
cubierta de barros rituales,
devoradora y religiosa.